Γεννήθηκε στο Χάρακα το 1934. "...Άρχισα να παίζω λύρα επαγγελματικά στα 18 μου.Του πατέρας μου αυτό δεν του άρεσε : "Να πας να μάθεις γράμματα", μου'λεγε, "εγώ λυράρη δε σε θέλω". 'Ομως εμένα μου'χε κολλήσει να μάθω, γιατί αυτό το πράγμα είχε σχέση με την οικογένειά μου. Ο ίδιος ο πατέρας μου ήτανε λυράρης όπως και ο παππούς μου και ο θείος μου. Αυτά είναι οικογενειακά "εκτιστα" που σε γαργαλούνε.Έτσι , μόλις ο πατέρας μου έφευγε να πάει στο καφενείο , εγώ έπιανα τη λύρα. "Μωρέ ανέ σε πιάσει ο πατέρας σου να παίζεις λύρα,θα σε δείρει", φώναζε η μάνα μου. "Ας με δείρει,εγώ θα μάθω ανέ πηδήξει", της απαντούσα. Μ 'ένα κομμάτι ξύλο καρυδιάς κουτσά στραβά - με βοήθησε και ο μαραγκός - έφτιαξα μια λύρα και την έχωνα στον αχεριώνα να μην με βρει ο πατέρας μου. Ένα βράδυ σ 'ένα γάμο τόνε παρακαλέσανε να μ'αφήσει να παίξω, γιατί με τις κανταδίτσες μου και ... ξέρω γω ... ο κόσμος σιγά σιγά το μάθαινε ότι παίζω. Η μάνα μου τότε του λέει : "Άστονε, μ'αυτός το'βαλε καλά στο μυαλό του να μάθει και θα μάθει ότι και να του κάνεις !"... Παλιοί λυράρηδες εδώ ήταν ο Γιώργης Αποστολάκης,ο πατέρας μου και ο θείος μου,που σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία.Ο πατέρας μου έπαιζε τις ζερβοδίμιτες κοντυλιές που ήτανε πολύ δύσκολες.Ακόμη και ο Παντελής δεν τις έπαιζε ακριβώς. Ένας άλλος λυράρης ήταν ο Καρανής. Κάθε λυράρης έχει το χρώμα του. Οι νέοι λυράρηδες θα τη χαλάσουνε τη μουσική. Θέλουν να καμουνε φιγούρα και κάνουνε λάθη. Γιαυτό εμένα μου αρέσει να παίζεις συνετά.Σε μια παρέα μπορείς να κάνεις τρέλες στο γλέντι όμως πρέπει να΄σαι σωστός...Παίζαμε στη μέση και μας γέμιζαν πασπάρους. Τα ρούχα μας γινότανε χάλια. Μας τσαλοπατούσαν . Θυμάμαι μια φορά στις Λούρες που παίζαμε στο καφενείο του Ερωτοκριτάκη. Εκεί λοιπόν όπως χόρευε κάποιος μας έριχνε λεφτά αλλά και συγχρόνως και μια κατακεφαλιά. Ώσπου,μια δυο, γυρίζω και του λέω :"Δε θέλω ούτε από τα λεφτά σου ούτε από τσι κατακεφαλιές σου! Κάτσε μπλιο φρόνιμα..."
Πηγή : Απόσπασμα από το βιβλίο "Αστερούσια - Μουσικές φωτογραφίες" του Σάββα Πετράκη, Χάρακας 22 Μαϊου 1999