Τελειώνοντας με την ανδρική ενδυμασία, θεωρώ απολύτως απαραίτητο να αναφερθούμε και στην χρυσοκεντημένη ανδρική κρητική φορεσιά, που τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε από μερικούς ως η γαμπριάτικη ενδυμασία του Κρητικού. Οι τελευταίοι, ατυχώς, στηρίχθηκαν στις λανθασμένες εκτιμήσεις, επί του θέματος, της κατά τα άλλα άξιας λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η οποία έχοντας στα χέρια της μια δωρηθείσα στο Μουσείο Μπενάκη χρυσοποίκιλτη φορεσιά από την Κρήτη, και χωρίς να κάνει επιτόπια έρευνα στη Μεγαλόνησο, γράφοντας για τις Ελληνικές εθνικές ενδυμασίες, στα μέσα της δεκαετίας του 50’ τη χαρακτήρισε αστική, γιορτινή Κρήτης. Ένας ισχυρισμός πέρα για πέρα λανθασμένος, αρκεί να σκεφτούμε ότι κανένας Κρητικός πριν το 1900 δεν φόρεσε φορεσιά με χρυσά χάρτζα, εκτός και αν ήταν Τουρκοκρητικός! Την εν λόγω ενδυμασία φόρεσαν μονάχα στις αρχές του 20ου αιώνα ελάχιστοι Κρήτες, ίσως μερικές δεκάδες, και ήταν αυτοί μερικοί «πριγκηπικοί», δηλαδή κάποιοι από αυτούς που υποστήριξαν τον πρίγκηπα Γεώργιο, το διάστημα που ήταν ύπατος αρμοστής Κρήτης (1898-1906), δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Οι φιλοπριγκηπικοί εμπνεύστηκαν το χρυσό διάκοσμο στα ρούχα τους από τη χρυσοκεντημένη στολή των σωματοφυλάκων του ύπατου αρμοστή, τους περίφημους «καβάσηδες». Αλλά και η στολή των καβάσηδων ήταν απόλυτα επηρεασμένη και στο σχεδιασμό και στην ονομασία της από την τουρκική στρατιωτική στολή, σε μια εποχή που η Κρήτη βρισκόταν κάτω από την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου. Να σημειωθεί ότι η λέξη «καβάσης» προέρχεται από την τουρκική λέξη «καβάς», που σημαίνει τον ένοπλο φρουρό του πασά ή της πρεσβείας, της παλιάς αυτοκρατορικής τουρκίας, ντυμένο με εντυπωσιακά χρυσοκεντημένη στολή.
Τον όρο καβάσης συναντούμε σε ένα ιστορικοαφηγηματικό τραγούδι του 1784 και για την ακρίβεια στο Τραγούδι του Δασκαλογιάννη (στίχ. 404-406), στο σημείο όπου ο πασάς παροτρύνοντας το φουσάτο του να επιτεθεί στο σφακιανό λιμάνι λέει:
…όποιος εκείνος θα βρεθεί να ‘μπει ‘ς το Πόρο κάτω,
και να μου φέρει σήμερο το σφακιανό σαντζάκι (μπαϊράκι)
θε νάνε ο καβάζης μου, πρώτος εις το κανάκι…
Η ενδυμασία των Καβάσηδων ενέπνευσε, κατά την περίοδο της πολιτικής διένεξης Βενιζέλου - Γεωργίου (1901-03-05), σε ορισμένους «πριγκηπικούς», δηλαδή υποστηρικτές του ύπατου αρμοστή, τη μόδα του χρυσοκεντημένου σαλβαριού, ως δηλωτικό των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Μια μόδα που έπεσε στην αφάνεια, όπως και οι Καβάσηδες, μετά την αποχώρηση του πρίγκιπα στα 1905.
Λίγες δεκαετίες αργότερα (δεκαετία του 30’), η χρυσοκεντημένη ανδρική φορεσιά κάνει πάλι την εμφάνισή της, ατυχώς, μέσω της Αγγελικής Χατζημιχάλη, κατά τα άλλα άξιας λαογράφου, επιμελήτριας του υλικού παραδοσιακών ελληνικών ενδυμασιών του Μουσείου Μπενάκη. Η Χατζημιχάλη, έχοντας στα χέρια της μια ανδρική χρυσοποίκιλτη κρητική φορεσιά (κάτοχος της οποίας εμφανίζεται ο Αντώνιος Μπενάκης, ιδρυτής του ομώνυμου Μουσείου), χωρίς ποτέ να κάνει επιτόπια έρευνα στη Μεγαλόνησο, παρασύρεται και τη χαρακτηρίζει αστική - γιορτινή - γαμπριάτικη. Μια άποψη πέρα για πέρα λανθασμένη, αφού όπως είπαμε κανένας Κρητικός πριν από τις αρχές του 20ου αιώνα δεν φόρεσε φορεσιά με χρυσά χάρτζα (κεντήματα), εκτός από τους Τούρκους ή τους εξωμότες Κρητικούς. Η ενδυμασία αυτή, πιθανόν κάποιου πριγκηπικού ή ακόμη και Τουρκοκρητικού από τον οποίο είχε αγοραστεί, έγινε πίνακας. Τον ζωγράφισε ο Claus Sperling για λογαριασμό του Μουσείου Μπενάκη. Κατόπιν αναπαράχθηκε σε χιλιάδες λιθογραφικά αντίγραφα, που κυκλοφόρησαν σε λεύκωμα, το οποίο εκδόθηκε από το Μουσείο με τον τίτλο Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι. Τα κείμενα που το συνόδευαν, υπέγραφε η Αγγελική Χατζημιχάλη. Από τότε λοιπόν, σιγά - σιγά, «νομιμοποιημένα» και «έγκυρα» πλέον, άρχισε να προβάλλεται το «κατασκεύασμα» της χρυσοκέντητης ανδρικής κρητικής φορεσιάς, παρασύροντας τους ειδικούς, που αντιγράφουν τη Χατζημιχάλη, και τους μη ειδικούς, που παίρνουν ως πρότυπο την εν λόγω φορεσιά του Μουσείου, σε ένα, άνευ προηγουμένου, ιστορικολαογραφικό ολίσθημα.
Είκοσι χρόνια μετά, στα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του ΄50, το χρυσό κέντημα στην κρητική φορεσιά «επαναπροβλήθηκε», όταν συστάθηκε σώμα Κρητοβρακοφορεμένων στην τότε Ανακτορική Φρουρά (ονομαζόταν Στρατιωτικός Οίκος της Αυτού Μεγαλειότης - Σ.Ο.Α.Μ.). Ο σχεδιασμός της στολής του σώματος αυτού στηρίχθηκε στην παραδοσιακή φορεσιά των Κρητών, στη στολή της Κρητικής Χωροφυλακής και την ενδυμασία των Καβάσηδων. Από τη δεύτερη δανείστηκε το κόκκινο γελέκι και τον τύπο διακόσμησης του μιτανιού. Από την τρίτη την απόχρωση του διακόσμού της. Έτσι, τα λευκά σιρίτια των Κρητικών Χωροφυλάκων πήραν το χρυσαφί των Καβάσηδων και έγινε αυτό που, μέχρι σήμερα, κοσμεί τα ρούχα των Κρητών βρακοφόρων του Προεδρικού Μεγάρου.
Το γεγονός ότι ονομαστοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής και του χορού (Κώστας Μουντάκης, Κωνσταντίνος Παπαδάκης-Ναύτης, Μύρωνας Σαπουντζής, Αλέκος Καραβίτης κ.λπ.) φόρεσαν χρυσοκεντημένα μιτανογέλεκα δεν κατοχυρώνει την παραδοσιακότητα των ρούχων αυτών. Το έπραξαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής - επαγγελματικής ιδιότητάς τους, γνωρίζοντας ότι τα ρούχα αυτά δεν ήταν παραδοσιακά.
Το ίδιο ανίσχυρη είναι και η επιχειρηματολογία υπέρ της καθιέρωσης του χρυσοκέντητου, που προκύπτει από τις αγιογραφίες των τελευταίων δεκαπέντε ετών, στις οποίες απεικονίζονται Κρήτες Άγιοι με χρυσοκέντητα ρούχα. Οι ελάχιστοι, ακόμη, αγιογραφούντες το πράττουν χωρίς πρότυπο, αυθαιρετώντας κι αυτοί, ίσως παρασυρμένοι από το διαμορφούμενο συρμό και τις απαιτήσεις των ανιστόρητων πελατών τους.