Ένα άλλο θα μπορούσαμε να πούμε μουσικό όργανο ήταν η μουγκρινάρα. Πρώτη φορά μας ανέφερε για αυτό το όργανο ο δάσκαλός μου Μιχάλης Κουνέλης. Το περιέγραφε σχηματικά σαν μια στάμνα η οποία είχε τρύπα από κάτω με σκοπό να χωρούν να μπαίνουν τα χέρια του εκτελεστή βρεγμένα και να τραβούν ένα βούρλο το οποίο κρεμόταν από την κορυφή. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργούνταν ήχοι. Στο βιβλίο του Αθ. Δεικτάκη «Χανιώτες Λαϊκοί Μουσικοί που δεν υπάρχουν πια ο Κουνέλης έχει ζωγραφίσει σχηματικά κ έχει περιγράψει τη μουγκρινάρα ως εξής:»
« Καπάκι στη στάμνα βάζουμε ένα κομμάτι δέρμα γερό και όχι πολύ παχύ. Στη μέση του βάζομε ένα βούρλο χλωρό και περνά από κάτω μέχρι έξω. Η στάμνα από κάτω είναι τρύπια ίσα που να χωρούν τα χέρια μας να μπαίνουν και να βγαίνουν βρεγμένα τραβώντας το βούρλο. Από τα βαθιά της στάμνας μέχρι έξω, τρίβοντας το βούρλο,βγάζει τη φωνή και τους ήχους». Ο Δεικτάκης στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρει πως τη μουγκρινάρα τη χρησιμοποιούσαν σε κάποια μέρη ως μουσικό όργανο ενώ σε κάποια άλλα κυρίως στην Κρύα Βρύση Αγίου βασιλείου για να διώχνουν τη νύχτα τα βλαβερά έντομα από τα χωράφια. Ανατρέχοντας σε σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Φοίβου Ανωγειανάκη «Ελληνικά Μουσικά Όργανα» πέραν του ότι δίνει στο συγκεκριμένο μουσικό όργανο την πρόσθετη ονομασία «γουργούρα», στεκόμαστε στα εξής: « Τη μουγκρινάρα τη χρησιμοποιούσαν παλιότερα στην κεντρική και δυτική Κρήτη, για να διώχνουν τα πουλιά και τα αρπακτικά ζώα (αλεπούδες, αρκάλους κτλ.)
από τα μποστάνια και τα αμπέλια. Το ηχητικό αυτό αντικείμενο είναι μία στάμνα χωρίς πάτο, με το στόμιό της σκεπασμένο με δέρμα. Ένα πέτρινο λουρί ή κερωμένος σπάγκος ή και βούρλο περνάει μέσα από τη στάμνα και στερεώνεται με κόμπο ή σ’ ένα ξυλαράκι για να πιάνει καλά, στην απέξω μεριά του δέρματος, που έχουν προηγούμενα τρυπήσει.
Καθισμένος ο παίκτης τραβάει, με βρεγμένα χέρια-« όντε πάει το ΄να, γυρίζει τ΄άλλο»-τον κερωμένο σπάγκο ή το λουρί, κρατώντας τη μουγκρινάρα ανάμεσα στα σκέλια του. Ο ήχος που δίνει μοιάζει με δυνατό μούγκρισμα». Μαθαίνουμε επίσης από τον ίδιο ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο με κάποιες παραλλαγές χρησιμοποιούντανκαι στις μονές του Αγίου Όρους αλλά και στη Ρουμανία, Ανδαλουσία, Αγγλία και Αφρική με τις ονομασίες «ταύρος», «γρύλος», «καλιακούδα», «βρυχηθμός της λεοπάρδαλης» αντίστοιχα για κάθε περιοχή.
Συμπερασματικά παρατηρούμε πως οι δύο περιγραφές μοιάζουν σε πολλά στοιχεία, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για το ίδιο όργανο ενώ παράλληλα οι επιπλέον πληροφορίες ίσως μας δίνουν το δικαίωμα να υποθέσουμε πως το όργανο αυτό προφανώς ήρθε στη Δυτική Κρήτη από περιοχές της Ευρώπης ή το πιθανότερο από την Αφρική μιας και βρίσκεται πολύ κοντά στο νησί και η χρησιμότητά του ταιριάζει με τελετές κατά τη διάρκεια μύησης ή θανάτου κάποιου σημαντικού ανθρώπου από την κοινότητα, που γίνονται στη χώρα αυτή.
ΠΗΓΗ :
http://sadentrepese.blogspot.gr/2010/02/blog-post_2188.html