Αρίγανη
Η αβρωνιά θέλει νερό
η αρίγανη την ξέρα
τρατέρνει μοσκομυρωδιές
όποια την κόψει χέρα.
Στσι δέτες,στσι παραβολές
και στσ’ εγκρεμούς στ’ αόρι
φυτρώνει τσι μοσκοβολιές
η παινεμένη κόρη.
Ορίγανο η παλαιινή
τη φώνιαζε η γλώσσα
και έχει από τότεσάς
ωστοσανά τα δώσα.
Η λέξη γάνος σύζεμα με το αόρι κάνει
πορίζει ετσά αρίγανη στση γλώσσας το μεϊντάνι.
Γάνος απού θα πει χαρά,γάνος θα πει γυαλίζει
η λαμπυράδα τ’ αοριού τσ’ αρίγανης βγορίζει.
Φύλλα μικιά,αβγουλωτά και έχουνε και λίκι
δασά απάνω στο βλαστό, είναι καλαμπαλίκι.
Ο ερχομός τση άνοιξης αθούς τηνέ πλουμίζει
κι είναι μικιοί,γαλανεροί τ’ αμάτι χιαρχιντίζει.
Και γιατρικά και μυρωδιές γερά σκώνουν οι γι-ώμοι
Τσ’ αρίγανης βραστάρι τζη στένει το κοιλιοδρόμι.
Τσ’ αρίγανης η εσμιγά αντάμι με το μέλι
του βήχα το συντάλαχο ν’ αποκωλώσει θέλει.
Ό,τι κριάς ο άθρωπος κι α βουληθεί να ψήσει
καλεί και την αρίγανη να το μοσκομυρίσει.
Στο φούρνο γ-ή οφτό κριάς,ψάρια και ομελέτες
μ’αρίγανη όλα ρέμπουνται τσ’ ονοστιμιάς τσι δέτες
Η αρίγανη μοσκοβολιάς είναι νοικοκεράτο
άλλης λοής η μαγερειά σα λείπει από το πιάτο.
Πηγή : http://www.patris.gr/articles/110242?PHPSESSID=#.US3M2aypfTo